Ο Μπελογιάννης και το ελληνικό χωριό

Ο Μπελογιάννης και το ελληνικό χωριό

Ο αστυνομικός γύρισε προς τον συνάδελφό του. Είχε μια έκφραση ανησυχίας.

«Πραγματικά χάσαμε τον έλεγχο, έτσι δεν είναι, Γιάννη;»

Ο Γιάννης με μία ταλαιπωρημένη στολή αστυνομικού κοίταξε τα πλήθη που βρίσκονταν πάνω στα πεζοδρόμια, κυκλώνοντας τον πρωθυπουργό της Ελλάδας, στριμώχνοντάς τον, ακουμπώντας τον, σπρώχνοντάς τον προς τον δρόμο.

«Ναι… Νομίζω ότι μάλλον τον χάσαμε…»

Ο Γιάννης έβγαλε το μυτερό αστυνομικό καπέλο του και έτριψε το μέτωπό του με την άκρη του χεριού του και κοίταξε ψηλά προς τον ουρανό.

Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αλέξης Τσίπρας, είχε έρθει εδώ στη μικρή μου υιοθετημένη πατρίδα, την Αμαλιάδα, κάτω στα δυτικά της Πελοποννήσου, για να ανοίξει ένα μουσείο για τον ντόπιο Νίκο Μπελογιάννη. Η αστυνομία της πόλης δεν είχε χρειαστεί ποτέ μέχρι τότε να αντιμετωπίσει κάποιο γεγονός τέτοιας έκτασης στους νυσταγμένους δρόμους της. Ο Τσίπρας παρασύρθηκε από το πλήθος στον δρόμο πιο κάτω, περνώντας μπροστά από το ξεθωριασμένο ροζ κτίριο του παλιού σπιτιού του Μπελογιάννη.

*

Ο Νίκος Μπελογιάννης είναι ήρωας της Ελληνικής Αριστεράς.

Ήταν μια σπουδαία φιγούρα στην ελληνική κομμουνιστική αντίσταση κατά της ναζιστικής κατοχής στη χώρα κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, παλεύοντας γενναία στα βόρεια εδάφη της Ελλάδας. Το 1944 οι Γερμανοί βρίσκονταν σε υποχώρηση. Ο Μπελογιάννης και οι κομμουνιστές είχαν συμβάλει στην απελευθέρωση της Ελλάδας. Και τώρα φαινόταν ότι η χώρα μπορούσε να αποκτήσει κομμουνιστική κυβέρνηση… Οι αμερικανικές και βρετανικές ιμπεριαλιστικές μηχανορραφίες έβαλαν σύντομα τέλος σε αυτή την ιδέα. Και έβαλαν την Ελλάδα στο δρόμο για τον εμφύλιο πόλεμο.

Ο Ελληνικός Στρατός, υποστηριζόμενος από τους Αμερικανούς, απελπισμένος να κρατήσει μία θέση στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο, πολέμησε σε βίαιες και καταστροφικές μάχες ενάντια στον Ελληνικό Κομμουνιστικό Στρατό για πέντε ατελείωτα χρόνια. Η χώρα, που είχε ήδη καταστραφεί από τα χρόνια της λιμοκτονίας και των κακουχιών της ναζιστικής κυριαρχίας, γονάτισε.

Οι κομμουνιστές τελικά ηττήθηκαν και ο Μπελογιάννης συνελήφθη. Η δίκη ήταν μία φάρσα. Μία δίκη που ο Μπελογιάννης πάντα γνώριζε ότι θα κατέληγε στην εκτέλεσή του.

«Αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της», είπε από το ειδώλιο, «περισσότερο από τους κατηγόρους μας. Ακριβώς αγωνιζόμαστε για να δει η χώρα μας καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και πόλεμο… Έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα, με την καρδιά μας και με το αίμα μας».

Στις 30 Μαρτίου 1952 ο Μπελογιάννης μεταφέρθηκε από το κελί του στο πάρκο Γουδί. Σε ένα θραύσμα δασικής γης, κάτω από την λάμψη των προβολέων ενός φορτηγού, τον πυροβόλησαν. Εκτελέστηκε γρήγορα, στη μέση της νύχτας, για να αποτραπούν αναταραχές στην Αθήνα. Παρόλα αυτά, η καταδίκη είχε αντίκτυπο σε όλο τον κόσμο. Πολιτικοί, εξέχοντες φιγούρες, διασημότητες από τον Σάρτρ μέχρι τον Τσάρλυ Τσάπλιν καταδίκασαν τις βάρβαρες ενέργειες. Ο Πάμπλο Πικάσο ήταν τόσο συγκινημένος με την άδικη τύχη του Μπελογιάννη που σχεδίασε το περίφημο πορτρέτο του –ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο. Ο θρύλος του Μπελογιάννη θα διαρκούσε για χρόνια.

Στη δεκαετία του 1960 η Ελλάδα ζούσε κάτω από σκληρή στρατιωτική δικτατορία με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, ο οποίος μάλιστα είχε βρεθεί ένορκος στη δίκη-φάρσα του Μπελογιάννη. Τον Απρίλιο του 1967 οι Rolling Stone έπαιζαν στο στάδιο του Παναθηναϊκού. Ο Mick Jagger, καθώς χόρευε με τον γνωστό νευρικό τρόπο πάνω στη σκηνή, έριξε μερικά λουλούδια στο πλήθος. Η αστυνομία της δικτατορίας, σκεφτόμενη τα γαρύφαλλα και σκεφτόμενη τον Μπελογιάννη και σκεφτόμενη ότι πρόκεται για μία χειρονομία αριστερής αλληλεγγύης, επιτέθηκε στο πλήθος. Ακολούθησαν ταραχές και καταστροφές στο στάδιο και εκατοντάδες συλλήψεις.

Η Ελλάδα και οι αντικρουόμενες πολιτικές της –πάντα μια καταιγίδα έτοιμη να ξεσπάσει.

Εγώ και η Γυριστρούλα βρεθήκαμε καθισμένοι σε ένα ασημένιο βανάκι με τρεις ηλικιωμένες κυρίες και έναν Ούγγρο βουλευτή.

Το αυτοκίνητο καβάλησε το πεζοδρόμιο μπροστά από το τεράστιο Πάρκο του Λαού στη Βουδαπέστη. Μία ακόμα συμμορία ηλικιωμένων Ούγγρων γυναικών και ένας μοναχικός, με χαρούμενο πρόσωπο, ηλικιωμένος άνδρας ήρθαν μαζί μας στο γεμάτο αυτοκίνητο. Όλοι μιλούσαν Ελληνικά. Ήταν 30 Μαρτίου.

Στο τιμόνι ήταν ο Λαοκράτης, ένας Ούγγρος βουλευτής στο ελληνικό κοινοβούλιο, αντιπροσωπεύοντας τους πάνω από 4.000 Έλληνες απογόνους που ζουν στην Ουγγαρία σήμερα. Οι γέροι στο αυτοκίνητο ήταν μερικοί από αυτούς τους Έλληνες απογόνους. Όλοι τους μετακινήθηκαν στην Ουγγαρία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Μερικοί ως ορφανά, μερικοί με τις οικογένειές τους. Αν και μία από τις ηλικιωμένες κυρίες μού είπε ότι αρχικά όλα τα παιδιά χωρίστηκαν από τους γονείς τους.

«Για αρχή φιλοξενηθήκαμε στα έρημα σπίτια των παλαιών αριστοκρατών», είπε η δυνατή γυναίκα με τα άσπρα μαλλιά, καθώς ταρακουνιόμασταν στο αυτοκίνητο αφήνοντας τη Βουδαπέστη πίσω μας. «Ήταν συναρπαστικό. Τα μεγάλα σπίτια που απαλλοτριώθηκαν από τους κομμουνιστές τα είχαμε όλα για εμας!»

Αλλά σε αυτά τα ερειπωμένα μεγάλα παλιά σπίτια, εξήγησε, τους έκαναν εξονυχιστικά ψυχολογικά τεστ. Λίγους μήνες αργότερα τους επετράπη τελικά να ενωθούν με τους άλλους Έλληνες πρόσφυγες στο χωριό στο οποίο πηγαίναμε.

Στα νότια της Βουδαπέστης, περνώντας την αρχή της Μεγάλης Ουγγρικής πεδιάδας, η γη ήταν επίπεδη, γυμνή και σκληρή –έτσι φαινόταν από όποια πλευρά του αυτοκινήτου και αν κοιτούσες. Μετά από μόλις 40 λεπτά βγήκαμε από τον κεντρικό δρόμο, πέσαμε πάνω μια σιδηροδρομική γραμμή, και εκεί βρίσκονταν υπερήφανες δύο πινακίδες της πόλης σε διαφορετικές γλώσσες στον ίδιο στύλο μόλις λίγα μέτρα μπροστά από μια μεγαλοπρεπή ελληνοορθόδοξη εκκλησία: Μπελογιάννης – Beloiannisz.

Χτισμένο στις αρχές της δεκαετίας του 1950, το χωριό αυτό δημιουργήθηκε από το τίποτα για να στεγάσει εκείνους που είχαν φύγει από την πατρίδα τους την Ελλάδα λόγω των αντιποίνων στο τέλος του εμφυλίου πολέμου. Οι κομμουνιστές που είχαν αγωνιστεί στο πλευρό του ηττημένου στρατού, το EAM, γνώρισαν άγρια αντίποινα στη χώρα τους. Αυτές οι ελληνικές κομμουνιστικές οικογένειες που είχαν εκδιωχθεί με βίαιο τρόπο έγιναν ευπρόσδεκτες στις χώρες πέρα από τη νέα σιδερένια κουρτίνα που μόλις είχε πέσει σε όλη την Ευρώπη. Αλλά μόνο στην Ουγγαρία χτίστηκε ένα αμιγώς ελληνικό χωριό αποκλειστικά για τους Έλληνες που είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους.

Μπήκαμε στο χωριό Μπελογιάννης.

Όταν αρχικά ολοκληρώθηκε το χωριό, ονομάστηκε Görögfalva –το οποίο σήμαινε απλώς «ελληνικό χωριό» στα Ουγγρικά– αλλά σύντομα μετονομάστηκε παίρνοντας το όνομά του από τον μεγάλο ήρωα της κομμουνιστικής πλευράς στον εμφύλιο πόλεμο, τον άνθρωπο που είχε μόλις πρόσφατα εκτελεστεί βίαια στο πάρκο Γουδί. Πήγαμε εκεί ειδικά εκείνη την ημέρα επειδή ήταν η επέτειος του θανάτου του Μπελογιάννη. Η μητέρα της Γυριστρούλας, βουλευτής της Αμαλιάδας, είχε προσκληθεί στο χωριό. Αλλά η μητέρα της Γυριστρούλας αυτή τη στιγμή νοσηλευόταν στον τελευταίο όροφο του νοσοκομείου Ευαγγελισμός της Αθήνας.

Είχε παρακαλέσει την κόρη της να παρευρεθεί σε αυτό το γεγονός στη θέση της. Η Γυριστρούλα δεν ήθελε να εγκαταλείψει το κρεβάτι της μητέρας της, αλλά η μητέρα της της είχε κάνει σαφές πόσο σημαντικό ήταν να έχει κάποιον αντιπρόσωπο από την οικογένεια εκεί. Δεν ήταν μόνο πολιτικό το καθήκον, ήταν κάτι πιο βαθύ στο αίμα από αυτό. Ο παππούς της Γυριστρούλας είχε αγωνιστεί με τον Μπελογιάννη εκεί ψηλά στα βουνά της Ηπείρου. Ήταν οικογενειακή τιμή να βρίσκεται εκεί.

Και να μαστε. Κατεβήκαμε από το ασημένιο βανάκι ένα ψυχρό ουγγρικό απόγευμα. Στην κεντρική πλατεία του χωριού βρισκόταν μία πινακίδα –πλατεία Αμαλιάδας.

 

Τα μικρόφωνα είχαν  ήδη τοποθετηθεί πάνω στα λαμπερά πλακάκια. Από τα μεγάφωνα ακουγόταν ελληνική μουσική και όλοι ήταν απασχολημένοι με την προετοιμασία της εκδήλωσης. Στάθηκα κοντά σε μια άλλη ηλικιωμένη κυρία. Κοιτούσε κάτω στον δρόμο που ήταν ίσιος σαν βέλος –Οδός Αθηνάς, έλεγε η πινακίδα στα Ουγγρικά. Έδειχνε στενοχωρημένη.

«Are you ok? τη ρώτησα. Τότε συνειδητοποίησα ότι θα έπρεπε να πω ‘Όλα καλά’»;

Πήρε το χέρι μου. «Έβαλα το χεράκι μου να χτιστεί αυτό το χωριό…» είπε.

Εξήγησε στη Γυριστούλα στα Ελληνικά ότι ήταν κορίτσι όταν την πήραν από την οικογένειά της από την Ήπειρο, στη βόρεια Ελλάδα, το 1948. Ήταν μία από τους Ελληνες που, αφού τους δόθηκε αυτή η λίγη γη από τους Ούγγρους, έχτισαν εδώ τα σπίτια, το δημαρχείο, το σχολείο, τον φούρνο. Κάθε χρόνο επιστρέφει εδώ την ημέρα του θανάτου του Μπελογιάννη. Κάθε χρόνο στενοχωριέται.

Η Γυριστούλα και εγώ πήγαμε για έναν περίπατο στους δρόμους για να δούμε το χωριό. Ο σκονισμένος ίσος δρόμος οδηγούσε και στις δύο κατευθύνσεις –λίγο πολύ στο πουθενά. Άλλοι απροσδιόριστοι δρόμοι τέμνονταν σε βαρετές παράλληλες γραμμές και οδηγούσαν απλώς στην κρύα γυμνή ύπαιθρο. Κάποια παιδιά πέρασαν με τα ποδήλατά τους από μπροστά μας: μερικά μιλούσαν Ουγγρικά και μερικά μεταξύ τους στα Ελληνικά.

Το χωριό δεν είχε κτιστεί σε ελληνικό στιλ. Τα σπίτια ήταν επίπεδα και ισόγεια και έμοιαζαν περισσότερο Ουγγρικά. Δεν το έλεγες όμορφο μέρος. Περπατήσαμε παράλληλα με τους γκρεμισμένους φράχτες. Παρατημένα αυτοκίνητα της Ανατολικής Ευρώπης σάπιζαν δίπλα σε θλιβερά σπίτια. Θυμωμένα σκυλιά σε αλυσίδες γαύγιζαν, μας έδειχαν τα δόντια τους και αλυχτούσαν μια απαίσια μελωδία στον αέρα καθώς περνούσαμε. Έχοντας εξαντλήσει ό,τι μπορούσε να κάνει κανείς στο χωριό, επιστρέψαμε στην κεντρική πλατεία. Η ηλικιωμένη κυρία ήταν ακόμα εκεί.

«Ωραίο χωριό, ε;» είπε: «Αυτό το χωριό έχει χρήματα», είπε φουσκώνοντας με υπερηφάνεια. «Άλλα χωριά στην Ουγγαρία είναι πολύ φτωχά. Θα απογοητευτείτε άμα τα δείτε…»

Το πλήθος άρχισε να συγκεντρώνεται στην πλατεία. Πολλοί ήταν Έλληνες απόγονοι του χωριού –περισσότεροι από τους μισούς από τους περίπου 1.000 που κατοικούσαν εδώ εξακολουθούσαν να αυτοαποκαλούνται Έλληνες –μαζί με άλλους Έλληνες από όλη την Ουγγαρία. Μαζεύτηκαν μπροστά από το δημαρχείο. Η Γυριστούλα και εγώ μπήκαμε μέσα να δούμε το μέρος. Ήταν κρύο σαν κατάψυξη. Σε όλους τους τοίχους ήταν κορνιζαρισμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες του χωριού κατά το χτίσιμο. Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί εδώ, χίλια χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια τους, χωρίς πουκάμισα, με στοιχειώδη εργαλεία στο χέρι, βάζοντας τούβλα, και σκάβοντας τάφρους. Όλοι τους είχαν μια ματιά αγωνίας για το μέλλον στα πρόσωπά τους. Αλλά και μια έντονη αποφασιστικότητα.

Στον πρώτο όροφο περάσαμε μια πόρτα και βρήκαμε ένα δωμάτιο γεμάτο ελληνικές παραδοσιακές ενδυμασίες: περίτεχνα φορέματα Καραγκούνας –όλα κρέμονταν πολύχρωμα σαν βασίλισσες της τράπουλας. Φουστανέλλες –οι ενδυμασίες των ανδρών. Κεντημένα γιλέκα. Τα ελληνικά καπέλα με τις φούντες. Τα φέσια. Ήταν ένα ζωντανό, παράξενο θέαμα.

Αφήσαμε το δημαρχείο και πήγαμε πίσω στην πλατεία και πέσαμε κατευθείαν πάνω σε έναν ηλικιωμένο, ψηλό, Ούγγρο χωρικό. Με ένα μακρύ τρύπιο παλτό, αχυρένια γενειάδα, με λεκέδες από καπνό, ανακατεμένα μαλλιά να ξεπροβάλουν κάτω από ένα ρωσικό σκούφο με πτερύγια στα αυτιά. Μας κοίταξε με άγρια μάτια.

«Szia» είπα –γειά σου– μία από τις λίγες ουγγρικές λέξεις που έμαθα όσο ήμασταν εκεί.

«Γεια σας» απάντησε, με τέλεια ελληνική προφορά.

Η παρουσίαση για την επέτειο του θανάτου του Μπελογιάννη ήταν έτοιμη να ξεκινήσει. Ακούστηκαν ομιλίες για τον ηρωισμό του, για τον αγώνα των κομμουνιστών μαχητών στην Ελλάδα, για τις δυσκολίες που είχαν υποστεί για να οικοδομήσουν αυτή την πόλη, για τον πόνο όταν εκτοπίζεσαι τόσο μακριά από την πατρίδα. Στεφάνια τοποθετήθηκαν στο μνημείο του Νίκου Μπελογιάννη.

«Και σήμερα έχουμε δύο ανθρώπους από την πόλη της Αμαλιάδας του Μπελογιάννη», είπε ο δήμαρχος Μπελογιάννης στο μικρόφωνο. «Να έρθουν να μας μιλήσουν…»

Ξαφνικά η Γυριστρούλα και εγώ ωθηθήκαμε μπροστά. Η Γυριστρούλα ζήτησε συγγνώμη για την απουσία της μητέρας της. Μίλησε για το μουσείο στο παλιό σπίτι του Νίκου Μπελογιάννη και είπε πως το χωριό Μπελογιάννης και η Αμαλιάδα είναι αδελφοποιημένες πόλεις και ότι η Αμαλιάδα θα είναι πάντα εκεί για να τους βοηθήσει αν χρειαστεί ποτέ.

Το πλήθος έμοιαζε συγκινημένο. Σαν να συγκινηθηκε από τη σύνδεση που υπάρχει μεταξύ των δύο εθνών, που τα ένωσε αυτός ο άνθρωπος. Τότε όλοι κοίταξαν προς εμένα.

Όλοι περίμεναν να πω κάτι. Υπήρξε μια μακρά παρατεταμένη παύση, καθώς οι κάτοικοι του Μπελογιάννη κοίταζαν. Τα παιδιά ξεπρόβαλαν τα κεφάλια τους από τα πόδια των γονιών τους. Τεράστια σιωπή. Μερικά βηξήματα από το βάθος. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τι να πω. Κοίταξα απέναντι στο πλήθος που συγκεντρώθηκε στην πλατεία που ήταν αφιερωμένη στην πόλη της Ελλάδας που είχα υιοθετήσει ως δική μου. Έκανα ένα βήμα εμπρός.

«Ζήτω ο Μπελογιάννης!» φώναξα στο μικρόφωνο.

Άλλη μία μακριά σιωπή. Ένα κοράκι κάπου ακούστηκε να κράζει πάνω στις κρύες στέγες. Και τότε κάποιος από το μπροστινό μέρος του πλήθους άρχισε δειλά να χειροκροτεί. Έπειτα ένας άλλος. Μερικοί ακόμα. Το χειροκρότημα σιγά-σιγά έγινε πιο δυνατό και πιο δυνατό.

«Ζήτω ο Μπελογιάννης!» Φώναξε το πλήθος.

Όλοι ζητωκραύγασαν.

«Ζήτω!»

Ο δήμαρχος μού είπε ότι ήμουν ο πρώτος Άγγλος που επισκεπτόταν το χωριό. Με παρουσίασε σε μερικούς από τους ηλικιωμένους που έμεναν εκεί από την αρχή που φτιάχτηκε το χωριό.

«Θα την αγαπούσατε αυτή την πόλη», είπε ένας. «Εδώ υπήρχαν τέσσερα καφενεία. Τέσσερα! Αχ περνούσαμε τόσο καλά. Χορός, μουσική. Τόσο καλό κέφι», κούνησε το κεφάλι του καθώς θυμόταν τα παλιά.

«Τώρα έχουμε μόνο ένα καφενείο στην πόλη», είπε ένας άλλος. «Τώρα που έχουμε περισσότερους Ούγγρους εδώ …ε… καταλαβαίνετε. Οι Ούγγροι είναι λίγο πιο ψυχροί από εμάς τους Έλληνες. Λίγο πιο κλειστοί…»

Οι Έλληνες του χωριού Μπελογιάννης είχαν το δικαίωμα να ταξιδεύουν, σε αντίθεση με τους Ούγγρους που ζούσαν στις πόλεις ή στα χωριά ή ακόμα και στη Βουδαπέστη. Οι Έλληνες είχαν περισσότερες ελευθερίες. Επιπλέον, λάμβαναν χρηματική βοήθεια από το σπίτι τους στην Ελλάδα. Φάνηκε ότι αυτό που μου είπε η γιαγιά νωρίτερα ήταν αλήθεια. Αυτό το χωριό ήταν πλουσιότερο από άλλα ουγγρικά χωριά. Και οι Έλληνες εδώ είναι ακόμα πλούσιοι. Είδα ότι ο Λαοκράτης, ο βουλευτής για αυτούς τους εκτοπισμένους Έλληνες, ο οποίος, όλως περιέργως, είχε μία θέση στο ελληνικό κοινοβούλιο στην Αθήνα, είχε φέρει μαζί του μερικά ρούχα. Νόμιζα ότι ήταν για τους Έλληνες, αλλά όχι –τα έφερε για τους Ούγγρους που έμεναν στο χωριό.

Ένα πράγμα που δεν επιτρεπόταν στους Έλληνες ήταν να ασκούν τη θρησκεία τους. Από τη στιγμή, ωστόσο, που ο κομμουνισμός έπεσε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, οι Έλληνες του Μπελογιάννης βρέθηκαν τελικά ελεύθεροι να αγκαλιάσουν μια θρησκεία που πολλοί είχαν ξεχάσει, ή κάποιοι δεν τη γνώριζαν. Κατασκεύασαν μια ορθόδοξη εκκλησία εδώ το 1995. Παραδοσιακός βυζαντινός πύργος, σταυροειδούς σχήματος, με σιδερένιες πύλες με τον δικέφαλο αετό να κοιτά στην ανατολή και στη δύση.

Ο Λαοκράτης και μερικοί από τους πρεσβυτέρους του χωριού μάς είπαν ότι θα γινόταν λειτουργία για να γιορτάσουν την 25η Μαρτίου που είχε περάσει πρόσφατα –την μεγάλη ημέρα της ανεξαρτησίας της Ελλάδας από την τουρκική αυτοκρατορία. Μας είπαν ότι θα πρέπει να πάμε και εκεί.

Η εκκλησία μέσα έδειχνε λίγο κιτς, με τις φρεσκοβαμμένες εικόνες της στους τοίχους και την οροφή του ιερού. Οι ορθόδοξοι ιερείς είχαν έρθει από τη Βουδαπέστη και δεν μιλούσαν Ελληνικά. Μόνο Αρχαία Ελληνικά, για τη λειτουργία. Δεν ήμουν ειδικός στις διαδικασίες της Ορθοδοξίας, αλλά μπορούσα να καταλάβω ότι οι άνθρωποι στο χωριό δεν γνώριζαν πολλά περισσότερα από μένα. Προσποιούνταν ότι έλεγαν τα λόγια, έδειχναν αβέβαιοι για το πότε να κάνουν τον σταυρό τους και πότε έπρεπε να σταθούν ή να καθίσουν. Αλλά ήταν απόλυτα σοβαροί όταν συμμετείχαν σε αυτές τις πρακτικές που εισήχθησαν αρκετά πρόσφατα στη ζωή του χωριού. Ίσως και με λίγο υπερβολή. Αλλά απλώς δεν είχαν εκείνες τις φυσικές, αβίαστες κινήσεις, τη θρησκευτική μνήμη των μυών που έχουν οι άνθρωποι στην Ελλάδα. Όλα έπρεπε να μαθευτούν από την αρχή και δεν έβγαιναν φυσικά.

Έξω από την εκκλησία ήταν ένας Ούγγρος που σε καμία περίπτωση δεν θα τον μπέρδευες με άλλη εθνικότητα. Ψηλός, στητός, μαλλιά σαν θάμνος, θλιβερά μάτια και ένα τεράστιο μουστάκι που έγερνε προς τα κάτω. Περίμενε έξω από την εκκλησία μέχρι να τελειώσει η λειτουργία κάπως άκαμπτος. Ήταν ο βουλευτής της περιοχής. Σε αντίθεση με τον Λαοκράτη, ο άνθρωπος αυτός εκπροσωπούσε όλους τους πολίτες σε αυτή την περιοχή, όχι μόνο τους Έλληνες, και ήταν μέλος του ουγγρικού κοινοβουλίου όχι του ελληνικού. Έρχονταν εκλογές στην Ουγγαρία και είχε εμφανιστεί εδώ σήμερα για να πάρει την εύνοια της ελληνικής κοινότητας.

Ήρθε μαζί μας σε ένα κτίριο δίπλα στο δημαρχείο, σε μία από τις πλευρές της πλατείας Αμαλιάδας. Αυτό ήταν το Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο. Μέσα ήταν εντυπωσιακό, με μία σκηνή και μία καλαίσθητη αίθουσα με σειρές και σειρές καθισμάτων. Τα παιδιά του χωριού επρόκειτο να παρουσιάσουν μια παράσταση εδώ για να γιορτάσουν την 25η Μαρτίου.

Κάθισα σε μία θέση και έγνεψα στον γέρο δίπλα μου. Μου είπε ότι το όνομά του ήταν Ζήσης. Ήταν από την Καστοριά στη Βόρεια Ελλάδα. Ήταν ο παλαιός δήμαρχος αυτής της πόλης και ένας από τους πρώτους που ήρθαν να χτίσουν το χωριό, τότε νεαρός άνδρας.

Η αίθουσα ήταν διακοσμημένη με πορτρέτα των Ελλήνων ηρώων. Ο Κολοκοτρώνης, η Μπουμπουλίνα. Ήρωες που είχαν διώξει τους Τούρκους από την Ελλάδα πριν από δύο αιώνες. Τα φώτα χαμήλωσαν. Όλοι σταθήκαμε όρθιοι καθώς ακούγονταν οι εθνικοί ύμνοι. Πρώτα ήταν o ουγγρικός. Κάποιοι ψιλοτραγούδησαν.

Μετά άρχισε ο ελληνικός ύμνος –όλοι στάθηκαν όρθιοι και τραγούδησαν δυνατά. Οι γροθιές έσφιξαν, το στήθος φούσκωσε.

Οι κουρτίνες άνοιξαν και η δασκάλα του χωριού περικυκλώθηκε από τους μικρούς μαθητές της. Τα κορίτσια ντυμένα με την ελληνική φορεσιά της καραγκούνας και τα αγόρια με τη φορεσιά του τσολιά. Τα παιδιά αυτά, πέντε-έξι ετών, μιλούσαν άψογα Ελληνικά καθώς διηγούνταν την ιστορία του ελληνικού αγώνα για ανεξαρτησία. Ακολούθησαν μαθητές που χόρευαν τον έναν χορό μετά τον άλλο. Όλοι εντυπωσιακά ντυμένοι, όλες οι κινήσεις εκτελούνταν με ακρίβεια. Τα κορίτσια χόρευαν συρτάκι και καλαματιανό. Τα μεγαλύτερα αγόρια, με μαντήλια στους ώμους, ανεμίζοντα λευκά πουκάμισα, πηδούσαν ψηλά στον αέρα και ξεσκόνιζαν τα τσαρούχια τους από μία φανταστική σκόνη καθώς προσγειώνονταν με χάρη στη σκηνή. Έκαναν σάλτο πάνω στους φίλους τους και κρέμονταν πάνω τους τυλίγοντας σφιχτά τα πόδια τους γύρω από τη μέση τους.

Όλοι αυτοί οι ελληνικοί χοροί, όλες αυτές οι ελληνικές ιστορίες. Θα μπορούσαν άραγε αυτά τα παιδιά –τουλάχιστον τρεις γενιές μακριά από την Ελλάδα– να καταλάβουν τι πραγματικά σημαίνουν όλα αυτά; Προφανώς είχαν ανατραφεί με τον ελληνικό πολιτισμό, αυτό ήταν εμφανές, και πόσο πολύ πρέπει να είχαν κάνει εξάσκηση για να μάθουν αυτούς τους χορούς… αλλά σήμαιναν τίποτα γι’ αυτά;

Ο Ζήσης έσκυψε κοντά μου και μου είπε κάτι.

«Οι περισσότεροι από αυτούς εκεί είναι Ούγγροι, ξέρεις…»

Εντυπωσιάστηκα. Πίστευα ότι οι Έλληνες απόγονοι εδώ θα ήθελαν να ακολουθήσουν την κουλτούρα τους, να διατηρήσουν μια σύνδεση με την ιστορία τους, αλλά και οι Ούγγροι που ήρθαν αργότερα σε αυτό το χωριό; Αυτοί φαίνονταν ακόμα πιο θετικοί, πιο πιστοί στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου από πολλούς στην Ελλάδα. Ήταν αρκετά εντυπωσιακό.

Καθώς οι χοροί και τα τραγούδια συνεχίζονταν, βγήκα έξω για μια ανάσα. Έπεφτε βροχή στην πλατεία. Το φως από το πολιτιστικό κέντρο έπεφτε πάνω στις υγρές μαύρες πέτρες. Παρατήρησα ότι οι μόνοι άνθρωποι που βρίσκονταν έξω στο σκοτάδι, τριγυρίζοντας στη βροχή, και μερικοί από αυτούς κρατώντας ιδρωμένα κουτάκια μπύρας, κοιτώντας με ζήλια και ακούγοντας τη μουσική που ερχόταν από το καλοφωτισμένο, ζεστό κτίριο, ήταν Ούγγροι.

Στο διάδρομο μίλησα με μία δασκάλα του σχολείου. Μου είπε ότι αρχικά διδασκόταν η ελληνική γλώσσα στο σχολείο. Όλα τα μαθήματα ήταν στα Ελληνικά και το απόγευμα οι μαθητές μάθαιναν Ουγγρικά σε ιδιαίτερα μαθήματα. Καθώς η δυναμική του χωριού άρχισε να αλλάζει και έρχονταν περισσότεροι Ούγγροι να ζήσουν εδώ, αντιστράφηκε η κατάσταση και τα μαθήματα διδάσκονταν στα Ουγγρικά και τα Ελληνικά διδάσκονταν το απόγευμα σε ιδιαίτερα μαθήματα.

«Τώρα, χάρη σε αυτόν», δήλωσε η δασκάλα, δείχνοντας με το κεφάλι της τον Λαοκράτη, «το σχολείο έχει και Ελληνικά και Ουγγρικά. Το ίδιο».

Γιατί να θέλουν οι Ούγγροι κάτι τέτοιο, ρώτησα. Ήμουν πραγματικά περίεργος να ακούσω γιατί να θέλουν να μάθουν μια εντελώς νέα γλώσσα μέσα στην ίδια τους τη χώρα.

«Εμείς τους λέμε “Αν μάθετε τη γλώσσα και αν μπορείτε να μάθετε και την κουλτούρα… αυτά είναι τα μόνα που χρειάζεστε. Τότε θα γίνετε Έλληνες… Και ενθουσιάζονται! Θέλουν πολύ να γίνουν Έλληνες».

Μίλησα με τον Λαοκράτη καθώς κατευθυνόμασταν προς μια μικρή τελετή υποδοχής και μια μεγάλη ελληνική γιορτή που είχε στηθεί σε ένα άλλο κτίριο στην πλατεία.

«Οι περισσότεροι άνθρωποι με τους οποίους μιλάω εδώ στην Ουγγαρία καταλαβαίνουν ότι δεν είμαι εντελώς Ούγγρος», μου είπε. «Ακόμα και μετά από όλο αυτό τον καιρό εδώ, σχεδόν όλη μου τη ζωή. Αφού τους μιλήσω για λίγο, με κοιτούν, λίγο μπερδεμένοι, και μου λένε “… και από πού είσαι;”»

Τους λέω «Eεεε… είναι μεγάλη ιστορία…»

Ένας γέρος και η σύζυγός του βρίσκονταν στο δείπνο. Από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι του μιλούσαν, συγκεντρώνονταν γύρω του, έφερναν και στους δυο φαγητό και ποτά, ήταν εμφανές ότι αυτός ο άντρας ήταν κάποιος που έχαιρε μεγάλου σεβασμού σε αυτό το χωριό. Πήγα να του μιλήσω και ανακάλυψα ότι ήταν ο τελευταίος επιζώντας του χωριού από εκείνους που είχαν στα αλήθεια αγωνιστεί στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο.

Ο ίδιος και η σύζυγός του έκαναν το πιο γλυκό ζευγάρι που θα μπορούσε κανείς ποτέ να συναντήσει. Κάπου στα 80 ή 90 τους, εμφανώς ακόμα εντελώς ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλον. Κάθισαν και μίλησαν μαζί μου –εμένα, έναν ξένο με τα λειψά, αργά, Ελληνικά μου. Με κοιτούσαν με υπομονετικά, ευγενικά πρόσωπα καθώς πάλευα με τις λέξεις. Και όταν θυμήθηκα τα Ελληνικά μου και τους ρώτησα για τον πόλεμο πίσω στην Ελλάδα, φυσικά δεν ήθελαν να μιλήσουν καθόλου για αυτό.

«Αχ, τα μάτια μας έχουν δει τόσα πράγματα …» είπε η γριά. Κράτησε το χέρι μου σφιχτά και το φίλησε σαν να έλεγε, φτάνει. Όχι άλλα.

*

Στη δεκαετία του ’80 η Ελλάδα γνώρισε μεγάλες αλλαγές στην κοινωνία της. Ο πρωθυπουργός της σοσιαλιστικής κυβέρνησης Ανδρέας Παπανδρέου ανέλαβε την εξουσία και η χώρα άλλαξε ριζικά και για πάντα. Μία από τις αλλαγές ήταν ότι όσοι είχαν αγωνιστεί για τους Κομμουνιστές στον εμφύλιο πόλεμο τελικά έλαβαν χάρη και τους επετράπη να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ήταν τότε που το χωριό Μπελογιάννης άλλαξε πραγματικά. Εκατοντάδες Έλληνες εγκατέλειψαν το χωριό και τα άδεια σπίτια τους τα πήραν οι Ούγγροι.

Καθώς οδεύαμε προς τη Βουδαπέστη μέσα στο γρήγορο σκοτάδι που είχε απλωθεί πάνω από τις Πεδιάδες, μια από τις ηλικιωμένες γυναίκες που επέστρεφαν μαζί μας στην πρωτεύουσα μού είπε ότι στην πραγματικότητα, για πολλούς από αυτούς, δεν ήταν η ιδανική επιστροφή στην πατρίδα τους που ονειρεύονταν.

«Ξέρεις, η ζωή στην Ουγγαρία δεν ήταν τόσο άσχημη κατά την κομμουνιστική περίοδο», είπε. «Μπορούσαμε να αγοράσουμε φαγητό, είχαμε καλή εκπαίδευση, καλή υγεία. Αλλά η Ελλάδα… Η Ελλάδα ήταν διαφορετική στη δεκαετία του ’80. Η Ελλάδα ήταν ερωτευμένη με τα λεφτά τότε. Πολλοί από εκείνους που εγκατέλειψαν το Μπελογιάννης τα βρήκαν πολύ δύσκολα στην Ελλάδα. Πολλοί επέστρεψαν. Εξαπατημένοι, απογοητευμένοι. Το Μπελογιάννης ήταν ένα καλό μέρος για να ζεις…»

Η ηλικιωμένη κυρία κοίταξε έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου της. Έβγαλε μια ανάσα και χαμογέλασε θλιβερά στην αντανάκλασή της. Η Βουδαπέστη άρχισε να αναδύεται γύρω μας. Τα φώτα και τα κτίρια βρίσκονταν σε θρυμματισμένες μορφές σε όλο το μήκος των υγρών πεζοδρομίων.

*

Πίσω στην Αμαλιάδα, κάτω στην Ελλάδα, ο Γιάννης ο αστυνομικός τα είχε παρατήσει.

Κάθισε στο κράσπεδο παραιτημένος, κοιτάζοντας τον όχλο να φωνάζει και να σπρώχνει τον πρωθυπουργό της χώρας. Το καπέλο του αξιωματικού Γιάννη κοιτόταν στο πεζοδρόμιο δίπλα του. Άναψε ένα τσιγάρο και κοίταξε, ηττημένος, χαμογελώντας σιωπηλά στον εαυτό του, καθώς οι άνθρωποι κραύγαζαν στον Τσίπρα. Ένας σήκωσε μια λιγνή κατσίκα ψηλά στον αέρα πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων για να την επιθεωρήσει ο πρωθυπουργός.

Κάποιοι από το πλήθος ήθελαν φωτογραφίες, άλλοι ήθελαν να βρίσουν όσο πιο δυνατά μπορούσαν στον Τσίπρα. Δύο γέροι που κάθονταν σε ένα τραπέζι έξω αρνούνταν να αναγνωρίσουν ότι κάτι τρέχει ή να επιτρέψουν να χαλάσει το μεσημεριανό τους ούζο. Ήταν αποφασισμένοι να μην κινηθούν καθόλου καθώς οι ορδές έρρεαν γύρω τους και συνέχισαν να γεμίζουν τα στόματά τους με ελιές χωρίς να τους νοιάζει τίποτα.

Εδώ λίγοι μάλλον γνώριζαν πραγματικά για τον Νίκο Μπελογιάννη και τη θέση του στην ιστορία. Και ακόμα λιγότεροι γνώριζαν το χωριό Μπελογιάννης στην Ουγγαρία.

Αλλά οι άνθρωποι του χωριού Μπελογιάννη τούς σκέφτονται. Και σκέφτονται και την Ελλάδα. Για αυτούς είναι σαν ένα όνειρο που σχεδόν καταφέρνουν να πιάσουν.